Το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στο Ιράν, που έγιναν τον περασμένο Ιούνιο, καθώς και οι ειδήσεις που έφθασαν μέχρι τη Δύση για τις επαναλαμβανόμενες μαζικές διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις των νεαρών διαδηλωτών και διαδηλωτριών με την αστυνομία, έκαναν αρκετούς να πιστέψουν ότι το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης βρίσκεται στην αρχή του τέλους του.
Πράγματι, η κατάσταση στο Ιράν κάθε άλλο παρά ευοίωνη είναι για το καθεστώς, που βρίσκεται αντιμέτωπο με μία διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια στο εσωτερικό εξαιτίας των αυξανόμενων οικονομικών δυσκολιών του πληθυσμού, οι οποίες εν πολλοίς οφείλονται στο συνεχιζόμενο διεθνή αποκλεισμό της χώρας και στις κυρώσεις που της επιβάλλονται. Δεδομένου ότι πρώτο μέλημα κάθε εξουσίας είναι η διατήρηση της, η αντίδραση της ιρανικής κυβέρνησης ήταν η αναμενόμενη, δηλαδή, αφ’ ενός, καταστέλλει τις διαδηλώσεις, λογοκρίνει, απαγορεύει στους ξένους δημοσιογράφους να στείλουν ειδήσεις σχετικά με τις αντιδράσεις και τις κινήσεις των διαδηλωτών, σε ορισμένες περιπτώσεις προχώρησε και στην απέλαση τους, με αποτέλεσμα, η εικόνα που φθάνει μέχρι εμάς να είναι στην καλύτερη περίπτωση παραμορφωμένη. Αφ’ ετέρου, εμμένει στην αδιέξοδη αντιπαράθεση με τη Δύση και κυρίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, όσον αφορά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, πράγμα το οποίο φαίνεται να εξυπηρετεί ένα διττό σκοπό: από τη μία πλευρά, η αύξηση των διεθνών αντιδράσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας χρησιμοποιείται ως δήθεν απόδειξη μίας διεθνούς συνομωσίας εναντίον του Ιράν, με σκοπό να σταματήσει η πρόοδος του. Από την άλλη πλευρά, όλα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας θα πρέπει να αποδοθούν στις κυρώσεις, που και πάλι στόχο έχουν να βλάψουν το Ιράν. Και στις δύο περιπτώσεις, το καθεστώς μετακυλύει τις ευθύνες του στους εχθρούς της χώρας, επιδιώκοντας όχι μόνο να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη αλλά και να συσπειρώσει τον πληθυσμό, καθώς «η πατρίς ευρίσκεται εν κινδύνω»…
Με σκοπό τη διαχείριση και όχι την κατάργηση
Τέτοιου είδους τεχνάσματα, όμως, δεν μπορεί να αποδίδουν επί μακρόν. Φέτος, η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν έγινε τριάντα χρονών και μέσα σε αυτό το διάστημα, ο κόσμος άλλαξε δραματικά. Μπορεί μία ολόκληρη γενιά Ιρανών να μην γνώρισε άλλο καθεστώς από τη θεοκρατία, όμως η παγκοσμιοποίηση, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, εισέβαλε και στη χώρα τους. Επομένως, η, μάλλον παραπλανητική, εικόνα των ελευθεριών και του τρόπου ζωής και κατανάλωσης στη Δύση, σε συνδυασμό με τα εσωτερικά προβλήματα του Ιράν, οδηγεί με διάφορες αφορμές σε μαζικές διαμαρτυρίες. Το ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον οι διαμαρτυρίες αυτές έχουν πραγματικό πολιτικό έρεισμα, οργανωτική δομή και ηγετικές προσωπικότητες, με άλλα λόγια κατά πόσον αποτελούν πραγματική απειλή ανατροπής για το καθεστώς της Τεχεράνης ή όχι. Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική, δεδομένου ότι οι οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις της χώρας έχουν απαλειφθεί ήδη από τις απαρχές του χομεϊνικού καθεστώτος, υπάρχει σημαντικό ιδεολογικό έλλειμμα, ενώ τα ζητήματα της ηγεσίας και της οργάνωσης, κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Έτσι, οι διαμάχες στους κόλπους του καθεστώτος ανάμεσα στους λεγόμενους μετριοπαθείς και σκληροπυρηνικούς, σε αντίθεση με τα όσα συζητούνται πολύ συχνά στη Δύση, δεν αφορούν στην πραγματικότητα την κατάργηση του ιρανικού ισλαμικού μοντέλου και την αντικατάσταση του, έστω και σταδιακά, με ένα νεοφιλελεύθερο δυτικού τύπου καθεστώς, αλλά τη διαχείριση του. Μία τέτοια ανάγνωση των πολιτικών δρωμένων στο Ιράν μοιάζει να απαντά με μεγαλύτερη σαφήνεια στο γιατί ο διαχωρισμός μεταξύ μετριοπαθών και μη δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που συνήθως αντιλαμβάνονται οι δυτικοί σχολιαστές, γιατί οι διαδηλώσεις του περασμένου Ιουνίου δεν κατέληξαν πουθενά, γιατί ο θάνατος του Αγιατολάχ Χουσεΐν Αλί Μονταζερί, στις 19 Δεκεμβρίου, ξεσήκωσε νέο κύμα αντιδράσεων και διαδηλώσεων και γιατί το ιρανικό καθεστώτος παραμένει αμετακίνητο.
Ερμηνεύοντας την πολιτική
Πράγματι, η διαμάχη μεταξύ των λεγόμενων μετριοπαθών και σκληροπυρηνικών μπορεί να οφείλεται είτε σε προσωπικές φιλοδοξίες είτε σε διαφορές σχετικά με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας σε ένα σιιτικό ισλαμικό κράτος. Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι στο σιιτικό ρεύμα, πρωτεύουσα είναι η θρησκευτική εξουσία, στην οποία, κατά συνέπεια, υπάγεται η πολιτική. Για το λόγο αυτό, ο υπέρτατος άρχων στην ισλαμική δημοκρατία του Ιράν είναι ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης της χώρας, δηλαδή ένας κληρικός, και όχι ο πρόεδρος, ένας λαϊκός, ο οποίος αντιπροσωπεύει την κοσμική εξουσία και αποτελεί το συνομιλητή των άλλων δρώντων του διεθνούς συστήματος. Εννοείται ότι σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, κυρίαρχη είναι η άποψη του ανώτατου πνευματικού ηγέτη, ο οποίος μπορεί να κρίνει τι είναι σύμφωνο και τι όχι με τα ιερά κείμενα. Επανερχόμενος στο ζήτημα των διαφορών αναφορικά με την άσκηση της εξουσίας σε ένα σιιτικό ισλαμικό καθεστώς, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η βασική διαφορά βρίσκεται, όπως συνήθως, στην ερμηνεία που δίδεται στην πολιτική πράξη και στο εάν και κατά πόσον είναι σύμφωνη η πράξη αυτή με τα ιερά κείμενα και τις καθολικές τους αρχές. Έτσι, η κριτική που άσκησε ο εκλιπών Αγιατολάχ Χουσεΐν Αλί Μονταζερί, στον Αγιατολάχ Χομεϊνί, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης αλλά και βασικός θεωρητικός της ισλαμικής επανάστασης, μπορεί να εξηγηθεί είτε ως επίθεση εναντίον ενός καθεστώτος που εκφυλίζεται, παύοντας να τηρεί τις αρχές και να σέβεται τις αξίες που αποτελούν την ιδεολογική και ηθική του βάση είτε ως κριτική που αποσκοπεί στη βελτίωση της διαχείρισης της εξουσίας, ώστε να αποφύγει άσκοπες φθορές, είτε ως προσωπική διαφωνία. Σε καμία περίπτωση, όμως, η κριτική του Αγιατολάχ Χουσεΐν Αλί Μονταζερί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προτροπή για την ανατροπή του καθεστώτος.
Διεκδικώντας ένα καλύτερο μέλλον
Τίθεται επομένως το ερώτημα: τότε γιατί η κηδεία του προκάλεσε τόσο μεγάλη ένταση;1 Γιατί τόσοι άνθρωποι έσπευσαν να τον συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία διακινδυνεύοντας το να συγκρουστούν με την αστυνομία και τις εν γένει δυνάμεις ασφαλείας, να συλληφθούν ή ακόμα και να σκοτωθούν, όπως συνέβη τον Ιούνιο σε δεκάδες άλλους; 2 Γιατί η ιρανική κυβέρνηση απαγόρευσε και πάλι στους ξένους δημοσιογράφους να καλύψουν τα γεγονότα; Διότι η μέθη της ελευθερίας που κατέλαβε την ιρανική νεολαία την επαύριον των προεδρικών εκλογών είναι νωπή στη μνήμη, διότι η χώρα βρίσκεται σε αδιέξοδο και ο κόσμος προσπαθεί να βρει διεξόδους, διεκδικώντας ένα καλύτερο μέλλον, που δεν έχει ακόμα σχήμα και μορφή, διότι το καθεστώς έχει μεν φθαρεί, διαθέτει, όμως, ακόμα την υποστήριξη των δυνάμεων ασφαλείας και επομένως διατηρεί την εξουσία. Μέσα σε ένα τέτοιο εύθραυστο και συνάμα εκρηκτικό πλαίσιο αναμένεται να πορευτεί το Ιράν στο προσεχές μέλλον, ένα μέλλον που διαγράφεται ακόμα πιο δυσοίωνο λόγω των περιφερειακών και διεθνών συνθηκών που επικρατούν και οι οποίες κάθε άλλο παρά θετικές είναι για το Ιράν.
Σημειώσεις:
1. Στις 23 Δεκεμβρίου, κατά τη διάρκεια επιμνημόσυνης δέησης για τον εκλιπόντα, στο Ισπαχάν, ξέσπασαν νέες συγκρούσεις ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος και τις δυνάμεις ασφαλείας, από τις οποίες τραυματίστηκαν πολλοί άνθρωποι, βλ. Le Monde, 23/12/2009.
2. Στις διαδηλώσεις του Ιουνίου έχασαν τη ζωή τους 32 άνθρωποι σύμφωνα με τις αρχές. Ανεπίσημες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των θυμάτων στους 72.